ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟ ΠΗΛΙΟ · 03

Αρχιτεκτονική

Πέτρα, ξύλο και πλάκα σε αρμονία με τη φύση

10 λεπτά4 ενότητες

Όπως πολλές περιοχές της Ελλάδας, έτσι και το Πήλιο έχει τη δική του, ξεχωριστή παραδοσιακή αρχιτεκτονική, που σε κερδίζει με την πρώτη ματιά σε κάθε χωριό του.

Στα χρόνια της ύστερης Τουρκοκρατίας το Πήλιο γνώρισε μεγάλη οικονομική και πολιτιστική άνθηση, και ένα από τα σημάδια της ήταν ο πρωτοφανής οικοδομικός οργασμός της εποχής. Τότε χτίζονται όλο και περισσότερα σπίτια και αρχοντικά, που συνδυάζουν στοιχεία της αστικής αρχιτεκτονικής της εποχής με την οχύρωση και δημιουργούν τη μοναδική πηλιορείτικη οικοδομική παράδοση, η οποία διατηρείται ως τις μέρες μας. Τα χωριά γεμίζουν με αρχοντικά και σπίτια κάθε μεγέθους και τύπου, που ακόμη και σήμερα προκαλούν τον θαυμασμό των επισκεπτών. Δεν είναι όμως μόνο τα αρχοντικά που δίνουν το στίγμα της περιοχής· είναι και το πλήθος των εκκλησιών, οι κρήνες, οι πλακόστρωτες πλατείες, τα γεφύρια και τα καλντερίμια, που κάνουν τα πηλιορείτικα χωριά από τους πιο παραδοσιακούς οικισμούς της Ελλάδας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι αρκετά από αυτά, όπως η Βυζίτσα, οι Πινακάτες και η Μακρινίτσα, έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέοι παραδοσιακοί οικισμοί.

Αρχοντικά

Αυτό που θαυμάζει πρώτα κανείς στο βουνό των Κενταύρων είναι τα πολλά, καλοδιατηρημένα παλιά αρχοντικά. Τα περισσότερα είναι διώροφα ή τριώροφα, με χοντρό πέτρινο κορμό, αφού είναι χτισμένα με πέτρα και πλάκες από τα λατομεία του Πηλίου. Ο πάνω όροφος συνήθως προεξέχει από τον κάτω και έχει πολλά παράθυρα, ενώ χαρακτηριστικά τους είναι η πέτρινη στέγη, οι ξυλόγλυπτες πόρτες και τα παραθυρόφυλλα και τα διακοσμημένα ταβάνια. Τα αρχοντικά αυτά αντέχουν μέχρι σήμερα στη φθορά του χρόνου και στέκουν επιβλητικά, ενώ αρκετά έχουν μετατραπεί σε παραδοσιακούς ξενώνες ή μουσεία.

Η αρχιτεκτονική του πηλιορείτικου σπιτιού χωρίζεται σε τρεις μεγάλες περιόδους, μέσα σε τρεις περίπου αιώνες οικοδομικής δραστηριότητας, από τον 18ο ως τις αρχές του 20ού αιώνα.

Η πρώτη περίοδος, της «πρώιμης πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής», περιλαμβάνει κτίρια που χτίστηκαν ως τα μέσα του 18ου αιώνα και αποτελεί μια περίοδο δημιουργικής προετοιμασίας. Τότε χτίζονται πύργοι, οι πρώτοι από τους οποίους ήταν επηρεασμένοι από τα πυργόσπιτα των Τούρκων τσιφλικάδων της Θεσσαλίας. Είναι τριώροφα ή τετραώροφα κτίσματα με τετράγωνη κάτοψη, χτισμένα με πέτρα, ενώ στα πατώματα η πέτρα συνδυάζεται με το ξύλο. Η οχυρωμένη κατασκευή, ο συμπαγής και ογκώδης πέτρινος κορμός, οι διπλοί τοίχοι, οι πολεμότρυπες, η υπερυψωμένη είσοδος με το ειδικό άνοιγμα από πάνω (τη «ζεματίστρα»), τα λίγα, μικρά και συμμετρικά παράθυρα και οι εξώστες ή «εξώστεγα» στον τελευταίο όροφο, που στηρίζονται σε ξύλινες αντηρίδες, είναι μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά τους. Ελάχιστοι τέτοιοι πύργοι σώζονται σήμερα, και πολλοί από αυτούς έχουν δεχτεί μεταγενέστερες επεμβάσεις που αλλοίωσαν την αρχική τους μορφή. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι πύργοι Κωνσταντινίδη και Σκοτεινιώτη στη Μακρινίτσα και οι πύργοι Ολύμπιου και Κοκοσλή στα Άνω Λεχώνια. Ένα ακόμη πολύ εντυπωσιακό πρώιμο πυργόσπιτο είναι ο οχυρός πύργος του Σουλεϊμάν ή Καραγιάννη, επίσης στα Άνω Λεχώνια. Αν και είναι ερειπωμένος, χωρίς τον τελευταίο του όροφο και με γκρεμισμένη τη βορειοδυτική του πλευρά, στέκει ακόμη αγέρωχος και αντιστέκεται με πείσμα στον χρόνο.

Η δεύτερη περίοδος, η «κλασική», με σπίτια βορειοελλαδίτικου τύπου, καλύπτει τα χρόνια από το 1750 ως το 1850, και σε αυτήν εμφανίζεται το αστικό αρχοντικό. Τα αρχοντικά χτίζονται τώρα από Ηπειρώτες και Μακεδόνες μαστόρους που έχουν εγκατασταθεί στο Πήλιο, ξέρουν καλά τα μυστικά της οικοδομικής τέχνης και επηρεάζουν την αρχιτεκτονική της εποχής. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι Ζουπανιώτες μαστόροι, από την περιοχή του σημερινού Πεντάλοφου Κοζάνης, που τότε λεγόταν Ζουπάνι, με πρωτομάστορα τον ξακουστό Δήμο Ζηπανιώτη. Τα περισσότερα αρχοντικά της περιόδου έχουν πέτρινη βάση σε σχήμα Γ και δύο ή τρεις ορόφους, ενώ η κατασκευή τους θυμίζει πολύ τους πρώιμους πύργους. Είναι σπίτια με χώρους ειδικά διαμορφωμένους για κάθε χρήση, ενισχυμένα ανά διαστήματα με ξυλοδεσιές, με τους πάνω ορόφους φτιαγμένους από ελαφρύ υλικό, τον τσατμά. Το ισόγειο, το «κατώι», έχει λίγα και μικρά παράθυρα και χοντρούς πέτρινους τοίχους που κρατούν τη θερμοκρασία χαμηλή και σταθερή, και χρησιμεύει ως αποθήκη. Από πάνω βρίσκεται ο πρώτος όροφος ή «μεσοπάτωμα», με χαμηλό ταβάνι και τζάκια, όπου η οικογένεια περνούσε τον χειμώνα. Στον τρίτο και τελευταίο όροφο, ελαφριάς κατασκευής, που χρησίμευε για το καλοκαίρι, βρίσκονται η κύρια είσοδος του σπιτιού και πολλά μεγάλα παράθυρα με πολύχρωμους φεγγίτες από πάνω. Εδώ βρίσκεται και το «δοξάτο», ένας μεγάλος χώρος στην πρόσοψη που επικοινωνεί με τα υπόλοιπα δωμάτια, καθώς και ο «καλός οντάς» ή «μουσαφίρ οντάς», ο κύριος χώρος υποδοχής. Ο πάνω όροφος συνήθως προεξέχει από τους κάτω, σχηματίζοντας τα «σαχνισιά». Η στέγη σκεπάζεται με πηλιορείτικες σχιστολιθικές πλάκες και προεξέχει, προστατεύοντας το σπίτι από τα καιρικά φαινόμενα. Μέσα, ειδικά στον καλό οντά, υπάρχει πλούσιος ζωγραφικός διάκοσμος με τοιχογραφίες, καθώς και ξυλόγλυπτες πόρτες και ντουλάπια. Στον εξωτερικό διάκοσμο ξεχωρίζουν τα λιθανάγλυφα, τα διακοσμητικά μοτίβα και οι επιγραφές.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αρχοντικά του Πηλίου και τυπικό δείγμα αυτής της περιόδου είναι το αρχοντικό Τοπάλη στη Μακρινίτσα, ένα τριώροφο οχυρωμένο κτίσμα του 1844 που σήμερα στεγάζει το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας Πηλίου. Χαρακτηριστικά του είναι οι πέτρινοι τοίχοι, η ξύλινη στέγη με σχιστολιθικές πλάκες, τα ξύλινα κουφώματα, οι πολεμότρυπες και ο αμυντικός πυργίσκος με τις πολεμίστρες στη στέγη. Στο ισόγειο βρίσκονταν οι αποθήκες και οι βοηθητικοί χώροι, στον πρώτο όροφο τα δωμάτια όπου έμενε η οικογένεια τον χειμώνα και στον δεύτερο τα δωμάτια του καλοκαιριού. Το αρχοντικό χαρακτηρίστηκε το 1985 έργο τέχνης και ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Η τρίτη περίοδος, της «ύστερης πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής», αφορά την τριακονταετία 1860–1890, όταν εμφανίζονται κάποια νεοκλασικά κτίρια μνημειακού χαρακτήρα, έργα πλούσιων Πηλιορειτών που επέστρεψαν από την Αίγυπτο. Είναι πιο σύγχρονα και καινοτόμα, εμπλουτισμένα με «ακαδημαϊκά» στοιχεία και επηρεασμένα από τις αιγυπτιώτικες αρχιτεκτονικές μορφές της εποχής, και σηματοδοτούν το πέρασμα από την παραδοσιακή στη νεοκλασική αρχιτεκτονική. Έχουν κι αυτά δύο ή τρεις ορόφους και ξεχωρίζουν για τις λιτές γραμμές, τις μαρμάρινες λεπτομέρειες και τις απόλυτα συμμετρικές όψεις. Περίτεχνες ξύλινες εξώπορτες, μεγάλα συμμετρικά παράθυρα, μπαλκόνια με σιδερένια κάγκελα, μεγάλες σκάλες και τρίλοβα τόξα συμπληρώνουν την εικόνα, ενώ η κεντρική είσοδος οδηγεί πλέον κατευθείαν στη μακρόστενη σάλα. Χαρακτηριστικά δείγματα της εποχής είναι τα αρχοντικά Ζούλια, Κανταρτζή και Τσοποτού στην Πορταριά, το αρχοντικό Ξηραδάκη στην Τσαγκαράδα, το αρχοντικό Χατζηαργύρη στην Άλλη Μεριά, το αρχοντικό Τζώρτζη στον Άγιο Γεώργιο Νηλείας και άλλα.

Εκκλησίες και μοναστήρια

Φυσικά δεν είναι μόνο τα αρχοντικά που μαγεύουν τον επισκέπτη και συνθέτουν την ξεχωριστή οικιστική παράδοση του Πηλίου. Είναι και οι εκκλησίες, σκορπισμένες παντού, που ξεχωρίζουν για την ιδιότυπη αρχιτεκτονική και τον εντυπωσιακό εσωτερικό τους διάκοσμο και συμπληρώνουν με την ομορφιά τους το τοπίο. Μοναχοί, ιερείς, αγιογράφοι και ντόπιοι τεχνίτες ανέλαβαν το χτίσιμο και τη διακόσμηση των ναών. Το βουνό των Κενταύρων είναι γεμάτο μοναστήρια, παλιά και νέα, ναούς και ξωκλήσια, που εντυπωσιάζουν τόσο με τα ξυλόγλυπτα τέμπλα, τις τοιχογραφίες και τις φορητές εικόνες τους όσο και με τη μεγαλόπρεπη εξωτερική τους όψη. Τα περισσότερα έχουν παλιά, αξιόλογα ξυλόγλυπτα τέμπλα, θαυμάσιες αγιογραφίες και τοιχογραφίες, αξιόλογα χαρακτικά και λιθανάγλυφα, αλλά και πολλά εκκλησιαστικά σκεύη.

Πραγματικό στολίδι του Πηλίου είναι η τρίκλιτη βασιλική της Αγίας Μαρίνας στον Κισσό, με το εντυπωσιακό επιχρυσωμένο τέμπλο και τους «αφανείς» εσωτερικούς τρούλους της. Ξεχωρίζουν επίσης η Αγία Κυριακή στη Ζαγορά με το επιχρυσωμένο βημόθυρο, ο Άγιος Γεώργιος στον Άγιο Γεώργιο Νηλείας με το εντυπωσιακό πέτρινο ρολόι και τα 50 παλιά λιθανάγλυφα, ο σταυροειδής ναός του Αγίου Αποστόλου του Νέου στον Άγιο Λαυρέντιο, το εκκλησάκι-σπήλαιο της Παναγίας Γορίτσας κοντά στην Αγριά, ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος στην Ανακασιά με τις εξαιρετικές τοιχογραφίες, τις μεγάλες φορητές εικόνες και το επιβλητικό καμπαναριό, ο πέτρινος Άγιος Αθανάσιος στο Ανήλιο με το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο μπαρόκ τεχνοτροπίας και τον μεγαλοπρεπή δεσποτικό θρόνο, η τρίκλιτη βασιλική των Αγίων Αποστόλων στην Αργαλαστή με το επιβλητικό μαρμάρινο καμπαναριό και πολλές ακόμη.

Ο ξακουστός μάστορας Δήμος Ζηπανιώτης, που αναφέραμε παραπάνω, εκτός από αρχοντικά έχτισε και πολλές εκκλησίες στο Πήλιο, όπως τον Άγιο Αθανάσιο στον Άγιο Γεώργιο Νηλείας, τον πέτρινο ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στις Αφέτες και τη μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στη Βυζίτσα. Σε πολλές εκκλησίες, πάλι, τις αγιογραφίες φιλοτέχνησε ο περίφημος λαϊκός ζωγράφος Ιωάννης Παγώνης, από τους Χιονάδες της Ηπείρου.

Κρήνες

Πραγματικά έργα τέχνης και στολίδια του βουνού των Κενταύρων είναι και οι εκατοντάδες κρήνες του, σκορπισμένες σε όλους τους οικισμούς. Είναι κι αυτές χαρακτηριστικό και εντυπωσιακό δείγμα της πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής, συμπληρώνουν τον πολεοδομικό εξοπλισμό των χωριών και είναι χτισμένες με το μεράκι των λαϊκών μαστόρων. Συνήθως βρίσκονται στις πλατείες, δίπλα στις εκκλησίες ή στις αυλές των σχολείων, στην ύπαιθρο ή πάνω στα καλντερίμια, έτοιμες να δροσίσουν τον περαστικό με το καθαρό, γάργαρο νερό τους και να τον εντυπωσιάσουν με την αρχιτεκτονική τους. Είναι μικρές κατασκευές, συνήθως πέτρινες, με μεγάλη ποικιλία μορφών, και χρονολογούνται από τα τέλη του 18ου και κυρίως από τον 19ο αιώνα.

Οι βρύσες χωρίζονται σε δύο τύπους, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους: τις «απλές» και τις «σκεπαστές». Οι απλές ακουμπούν σε έναν λιθόκτιστο τοίχο και στην πρόσοψή τους έχουν μια μονή ή διπλή τοξωτή εσοχή, στη μέση της οποίας βρίσκεται η «χούφτα», από όπου τρέχει το νερό. Δεξιά και αριστερά υπάρχουν μικρότερες εσοχές, οι «παραθύρες», για να ακουμπά κανείς μικροαντικείμενα. Στο δάπεδο βρίσκεται η «γούβα», κτιστή ή λαξευμένη σε μονόλιθο, που χρησίμευε για το πότισμα των ζώων και το πλύσιμο των ρούχων. Την εικόνα συμπληρώνει η επιγραφή με το όνομα του κτήτορα και τη χρονολογία κατασκευής, στολισμένη με διακοσμητικά λιθανάγλυφα.

Ο δεύτερος τύπος, η «σκεπαστή» βρύση, έχει πιο σύνθετη κατασκευή από την απλή. Έχει τετράγωνη κάτοψη, ξύλινη στέγη με σχιστολιθικές πλάκες που προσφέρει σκιά, δύο πεσσούς, πέτρινους κίονες ή ξύλινους στύλους που στηρίζουν τη στέγη, και έναν λιθόκτιστο τοίχο, όμοιο με εκείνον της απλής βρύσης, όπου βρίσκονται οι χούφτες του νερού. Υπάρχει και ένας σπανιότερος τύπος, η «θολοσκεπής» βρύση, σε μορφή μικρού ναού, με πέτρινα πεζούλια για να ξαποσταίνουν οι περαστικοί. Χαρακτηριστικά δείγματα σκεπαστής βρύσης είναι η πέτρινη κρήνη «Μούσγα» του 1888 στη Βυζίτσα, η κρήνη Σεβαστούς στη Ζαγορά, η κρήνη του Μανωλάκη στις Μηλιές και πολλές άλλες.

Οι βρύσες είναι στολισμένες με λιθανάγλυφες παραστάσεις από τον φυτικό και ζωικό κόσμο (γλάστρες, λουλούδια, ζώα, πουλιά κ.ά.), από τη μυθολογία και την ιστορία, αλλά και από την εκκλησιαστική παράδοση (χριστιανικά σύμβολα, όπως ο σταυρός και τα χερουβείμ).

Εκτός από την ομορφιά που χαρίζουν στον τόπο και το καθαρό νερό που δίνουν στους διαβάτες, οι βρύσες έχουν και μεγάλο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον. Εδώ συναντιούνταν οι γυναίκες του χωριού, εδώ κανονίζονταν προξενιά, εδώ λύνονταν συχνά και οι διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους. Πολλές συνδέονται με μύθους και παραδόσεις, όπως η βρύση του Μυριοβρύτη κοντά στην Αργαλαστή, που λένε ότι ήταν κάποτε μια πανέμορφη κοπέλα την οποία ζήλεψε ένα στοιχειό και τη μεταμόρφωσε σε βρύση. Πλήθος λαϊκά τραγούδια και θρύλοι μιλούν γι' αυτές και δείχνουν πόση σημασία τούς έδιναν οι πρόγονοί μας.

Τέλος, τα ονόματά τους έχουν διάφορες προελεύσεις. Μπορεί να προέρχονται από τον κτήτορα που πλήρωσε την κατασκευή τους (όπως η βρύση Γιαννακού στο Χόρτο ή η βρύση Μουρογιάννη στα Άνω Λεχώνια), από τις ιδιότητες του νερού (όπως η Βρωμόβρυση ή η βρύση με το Αθάνατο Νερό), από την τοποθεσία τους (π.χ. η βρύση Κακονά στη Μακρινίτσα), από γεγονότα που συνέβησαν εκεί (όπως η βρύση «Χορεύτρια» στην Κουκουράβα της Μακρινίτσας, γιατί στον περίβολό της γίνονταν πανηγύρια και χοροί) ή από τον μάστορα που τις έχτισε.

Γεφύρια

Κομμάτι της ξεχωριστής πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής είναι και τα γεφύρια, που φανερώνουν τη μαστοριά και το μεράκι των μαστόρων από την Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία. Τα συναντάς σε πολλά χωριά του Πηλίου και τραβούν πάντα τα βλέμματα των επισκεπτών. Τα περισσότερα είναι πέτρινα και τοξωτά και δένουν άψογα με το φυσικό περιβάλλον γύρω τους. Κάποια συνδέονται με θρύλους και παραδόσεις, όπως το ξύλινο γιοφύρι του Ροβοάμ στον Άγιο Ιωάννη, ενώ άλλα έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε ιστορικές στιγμές του Πηλίου. Από τα πιο εντυπωσιακά είναι η σιδερένια σιδηροδρομική γέφυρα του Ντε Κίρικο ή του Ταξιάρχη κοντά στις Μηλιές, πάνω στη γραμμή του τρένου του Πηλίου. Το σιδερένιο αυτό «θαύμα», όπως το αποκαλούν, σχεδίασε ο Ιταλός μηχανικός Εβαρίστο ντε Κίρικο, πατέρας του ζωγράφου Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Πολλά αξιόλογα γεφύρια έχει και η περιοχή της Αργαλαστής, όπως αυτό στο Κατσιλοχώρι ή το γεφύρι στο ρέμα της Ροδιάς, ενώ οι Αφέτες έχουν τρία όμορφα πέτρινα γεφύρια στις τρεις ρεματιές που διασχίζουν το χωριό και κατεβαίνουν ως την Άφησσο.

ΕΠΟΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ04ΚουζίναΈνα ταξίδι στις γεύσεις και τα αρώματα